Η επιλογή και η εγκατάσταση μιας κουζίνας αερίου επηρεάζονται άμεσα από τη γεωγραφική τοποθεσία του ακινήτου και τις διαθέσιμες υποδομές της περιοχής. Ενώ στις μεγάλες αστικές περιοχές η σύνδεση με το κεντρικό, υπόγειο δίκτυο παροχής φυσικού αερίου αποτελεί πλέον μια τυπική διαδικασία, στις αγροτικές ή απομακρυσμένες περιοχές η ανάγκη για μαγείρεμα με φλόγα απαιτεί μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Η κατανόηση των διαφορών ανάμεσα στο κεντρικό φυσικό αέριο και το αυτόνομο υγραέριο (LP), καθώς και των τεχνικών απαιτήσεων μετατροπής των συσκευών, είναι απαραίτητη για κάθε ιδιοκτήτη.
Στο αστικό περιβάλλον, η χρήση του φυσικού αερίου χαρακτηρίζεται από μέγιστη άνεση και συνεχή ροή. Το καύσιμο φτάνει απευθείας από την εταιρεία διανομής μέσω του κεντρικού αγωγού, πράγμα που σημαίνει ότι ο καταναλωτής δεν χρειάζεται να ανησυχεί ποτέ για την εξάντληση των αποθεμάτων ή για την ανάγκη παραγγελίας καυσίμου. Οι πιέσεις στο αστικό δίκτυο ελέγχονται κεντρικά και οι υποδομές συντηρούνται από τους αρμόδιους φορείς. Το μόνο που απαιτείται από τον ιδιοκτήτη είναι η κάλυψη του κόστους της αρχικής σύνδεσης και η εσωτερική εγκατάσταση μέχρι την κουζίνα.
Αντίθετα, στις επαρχιακές περιοχές όπου δεν υπάρχει κεντρικό δίκτυο, η λύση δίνεται μέσω του υγραερίου (προπάνιο ή βουτάνιο), το οποίο αποθηκεύεται σε μεγάλες εξωτερικές δεξαμενές ή σε κλασικές φιάλες. Η υποδομή αυτή απαιτεί ενεργή διαχείριση από τον ιδιοκτήτη, ο οποίος πρέπει να παρακολουθεί τα επίπεδα του καυσίμου και να προγραμματίζει τον ανεφοδιασμό. Επιπλέον, η τοποθέτηση των δεξαμενών υγραερίου υπόκειται σε αυστηρούς κανόνες ασφαλείας σχετικά με τις αποστάσεις από τα όρια του οικοπέδου και τα ανοίγματα του σπιτιού.
Μία από τις πιο κρίσιμες τεχνικές λεπτομέρειες που συχνά διαφεύγει της προσοχής των καταναλωτών είναι ότι το φυσικό αέριο και το υγραέριο λειτουργούν υπό διαφορετικές πιέσεις και έχουν διαφορετική ενεργειακή πυκνότητα. Το υγραέριο είναι πολύ πιο πλούσιο σε ενέργεια και απαιτεί υψηλότερη πίεση λειτουργίας. Κατά συνέπεια, μια κουζίνα που είναι κατασκευασμένη εργοστασιακά για φυσικό αέριο δεν μπορεί να λειτουργήσει απευθείας με φιάλη υγραερίου, και το αντίστροφο. Εάν γίνει προσπάθεια σύνδεσης χωρίς την κατάλληλη μετατροπή, η φλόγα θα είναι είτε υπερβολικά μεγάλη και επικίνδυνη, είτε ανεπαρκής και θα παράγει μεγάλες ποσότητες αιθάλης (καπνιάς).
Η μετατροπή της συσκευής αποτελεί μια καθαρά επαγγελματική εργασία. Σχεδόν όλοι οι σύγχρονοι κατασκευαστές περιλαμβάνουν στη συσκευασία της κουζίνας ένα ειδικό κιτ μετατροπής, το οποίο αποτελείται από μπεκ (μικρά μπρούτζινα ακροφύσια) με διαφορετική διάμετρο οπής για το κάθε είδος αερίου. Ένας αδειοδοτημένος τεχνικός πρέπει να αντικαταστήσει τα μπεκ σε κάθε καυστήρα ξεχωριστά και να ρυθμίσει τη βαλβίδα χαμηλής ροής (το σιγοβράσιμο), διασφαλίζοντας ότι η καύση θα γίνεται με τη σωστή αναλογία αέρα και καυσίμου.
Ένα σημαντικό πλεονέκτημα που μοιράζονται και οι δύο υποδομές είναι η εξαιρετική αξιοπιστία τους σε περιπτώσεις ακραίων καιρικών φαινομένων ή γενικευμένων διακοπών ρεύματος. Όταν το ηλεκτρικό δίκτυο καταρρέει λόγω καταιγίδων ή τεχνικών βλαβών, οι ιδιοκτήτες κουζινών αερίου—είτε είναι συνδεδεμένοι στο αστικό δίκτυο είτε χρησιμοποιούν αυτόνομες δεξαμενές—μπορούν να συνεχίσουν να μαγειρεύουν και να ζεστάνουν νερό κανονικά, καθώς η ροή του αερίου δεν εξαρτάται από το ηλεκτρικό ρεύμα (με εξαίρεση την ηλεκτρονική ανάφλεξη, η οποία μπορεί εύκολα να παρακαμφθεί με τη χρήση ενός απλού αναπτήρα).
Συμπερασματικά, τόσο η αστική όσο και η επαρχιακή προσέγγιση προσφέρουν τα μοναδικά πλεονεκτήματα της ζωντανής φλόγας στην κουζίνα, αρκεί να ληφθούν υπόψη οι σωστές τεχνικές προδιαγραφές. Επιλέγοντας τα κατάλληλα υλικά και πραγματοποιώντας τις απαραίτητες ρυθμίσεις μέσω εξειδικευμένων τεχνικών, μπορείτε να εξασφαλίσετε ένα απόλυτα ασφαλές και αποδοτικό περιβάλλον μαγειρέματος, ανεξάρτητα από το πού βρίσκεται το σπίτι σας.
Αυτα ειναι ολα οσα πρεπει αν ξερετε για εγκατασταση φυσικου αεριου